Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009































Ένα ποίημα μου από την ποιητική συλλογή μου "Με τα φτερά του ανέμου"



Νίκος Ταβουλάρης






Θα ’θελα ν’ αγγίξω

Αχ να μπορούσα το φέγγος της δροσιάς ν’ αγγίξω!
Σε γαλαξίες μακρινούς, με ήλιους μακρυμάλληδες ,
ανένταχτος βάρδος του άπιαστου πεπρωμένου,
με μυριάδες φωνές του κόσμου ,
ύμνο σ’ εκείνο που δεν ήλθε ακόμη να ψάλλω.

Το βότσαλο που κύλησε απ’ του βυθού τα σκοτεινά λιβάδια
και ρουμπίνι του νοτιά κρεμάστηκε
στων αστεριών τη μαρμαρυγή,
αλίμονο, το ξέρω πως δε θα βρω,
μέσα σε κρυφούς λειμώνες,
της μακρινής αναζήτησης μύστης,
θαλασσοπόρος σ’ ωκεανών ανύπαρκτων τις δύνες.

Το λάγνο φιλί του ανέμου
στο τρυφερό κορμάκι του κυκλάμινου,
στων μακρινών, ταξιδιάρικων νεφών τον ιστό αποζητάω
ν’ αγγίξω,
με της ψυχής μου την αφή,
για ν’ αφουγκραστώ
το σαγηνευτικό τραγούδι του μικρού αστερία
εκεί στων φυκιών την απατηλή πολιτεία.

Μακριά μ’ ένα δεμάτι δεντρολίβανο φλογοβόλο,
βαδίζει η ψυχή μας ,
του κόσμου στήριγμα,
του σύμπαντος επαίτης.
Κι από ψηλά, από του ήλιου τους πυρσούς αγκιστρωμένη,
καίγεται και λιώνει,
κερί αναστάσιμο,
τις ρωγμές τις αδιόρατες να κλείσει.

Αχ με τι τριαντάφυλλα ,
με τι ρουμπίνια της αυγής
θα κάρφωνα,
ρομφαία διάπυρη, τη σκοτεινή τη σκέψη μου,
στα διάφανα τα στήθια της ψυχής μου!
Με γιορτινό τραγούδι θα σε καλωσόριζα
της μοίρας μου ευλογημένο ριζικό,
αν ο άνεμος μ’ έπαιρνε μια νύχτα,
ταξιδευτή στο φτερωτό του άρμα.

Δεν υπομένω άλλο το χώμα!
Δε με κρατούν τα φύλλα της τριανταφυλλιάς.
Τα πέταλα τα ρόδινα των σύννεφων αποζητάω!
Να ταξιδέψω θέλω μεσοπέλαγα,
με τ’ άλμπουρα και τα πανιά μου όρτσα.
Ν’ αγγίξω μια στιγμή μονάχα το σκίρτημα
απ’ του βλεφάρου το βήμα,
σύντροφος να γίνω στο μικρό γιασεμί,
τη στιγμή που στέλνει στο άγνωστο,
το μακρινό το πέρασμα
το ύστερο φιλί,
πίσω από τη ματωμένη θάλασσα των ηλιαχτίδων,
το δειλινό που δε θα ’ρθει αποζητώντας.


----------------------------------------------------------------------------






Μερικά αποσπάσματα από την ποιητική μου ενότητα "Πέτρινος κόσμος"


Α΄


Ο ήχος της σιωπής κρεμάστηκε ανάερα,
σε μια ηλιοστάλαχτη δροσοσταλίδα
και από μακριά, απ’ των νεφών τ’ αλαργινά καράβια,
η κραυγή της ερημιάς ήλθε καβάλα
στου Πλάστη το χαμογέλιο.
Κι έπαιξε η ροδαυγή και γέλασε ο κόσμος.
Χορό σύραμε στο περιβόλι με τις καστανιές.


Το τραγούδι μας, σκοπός από τα σπλάχνα
της γης βγαλμένος, την κρούστα του άγνωστου διαπερνάει.
Και γέλασαν οι ρεματιές με τα κόκκινα κούμαρα,
τ’ ακρογιάλια φόρεσαν τα γιορτινά τους
και το πέλαγος στολίστηκε με το χρυσάφι ενός νιούτσικου ήλιου.


Με παιάνες θριαμβικούς υψώθηκαν οι ψυχές
πάνω από το μαύρο χώμα
και οι στουρναρόπετρες στου Γολγοθά μας το κορμί,
φανταχτερά στολίδια,
στου χορού μας το τρελό κορφολόγημα των αστεριών.



Β΄


Αχτίδες από το αστέρι που έκλαιγε χθες βράδυ
και από το δάκρυ εκείνου του μικρού σύννεφου
πάνω από το γερμένο κεφαλάκι του μικρού, ορφανού πεύκου,
αδράξαμε στις χούφτες και τις κάναμε χορδές μυριόηχες,
για τη μαγική λύρα των καημών μας.


Κι από το στήθος μας βαθιά,
ξεχύνεται σαν λάβα,
του λογισμού μας ποταμός
και της ψυχής μας ίσκιος,
ο βαρύς λόγος του κουρσεμένου αύριο.
Πιαστήκαμε σε κύκλο ασάλευτο
και από το βαθύ πηγάδι της καρδιάς μας,
τα λόγια φτεροκόπησαν μακριά κατά τους έρημους κόλπους,
πέρα από τις θάλασσες τ’ ουρανού.


«Γοργά-γοργά χορεύουμε,
αντρίκεια εμείς γλεντάμε
και αντισκόπτει η ψυχή το νου το γεροντιάρη,
τον ουρανό να φτάσουμε,
τον ήλιο να ντυθούμε!»


Κι ο νιος ο νους, λυράρης ποθοπλάνταχτος,
με της αστραπή τα χέρια, χτύπησε το ουρανοδόξαρό του.
Κι όλοι μας γίναμε κρόσσια του ανέμου
και φωτιές του δειλινού,
πάνω από την τελευταία κορυφή, του τελευταίου βουνού.
Και ύστερα σπάσαμε τις γυάλινες αλυσίδες του χορού
και ύστερα σπάσαμε τη λύρα
και την πετάξαμε στα τάρταρα της λήθης.



Γ΄

Στο καρνάγιο με τα γέρικα σκαριά
σταθήκαμε τ’ απόβραδο.
Από του πελάγους τα βλέφαρα
η νύχτα μας αναμετρά με το σκοτεινό βλέμμα της.
Το κουράγιο και της χαράς μας το απόθεμα λαχταράει.


Το καράβι που διαλέξαμε,
δεν ήταν γοργοτάξιδο.
Τα ξάρτια και τα πανιά του ρημαγμένα,
Η καρίνα του γέρικη, τρέμει στο βύζαγμα του κύματος
και η πλώρη αναμετρά την άβυσσο,
προτού το ανέγκλητο βήμα της τολμήσει...


Μακριά ο αποσπερίτης λιώνει πάνω από το βουνό
και πασπαλίζει την πλάση με αστερόσκονη.
Το ψηλό, σκοτεινό κυπαρίσσι στην άκρη του καρνάγιου,
πάνω από τους αλμυρούς βράχους,
ίσια στο μικρό, φλογισμένο μάτι του φάρου,
σημάδι στα καράβια του πουθενά.
Τα μικρά, δακρυσμένα καράβια,
που τα ρίχνει στις ξέρες της απελπισίας,
αντί να τα προειδοποιεί!
Εκείνο το κυπαρίσσι βάλαμε για σημάδι επιστροφής,
όταν ρίξαμε στο νερό το πλεούμενο μας,
καλαφατισμένο με της ελπίδας την απαντοχή
και της πίστης τα φτερά για ξάρτια και πανιά.
Μαύρο, λυπητερό σημάδι!
Τάχα προμηνάει του ταξιδιού μας το τέλος,
τάχα είναι της δύναμής μας η στερνή ελπίδα!



Δ΄


Περάσαμε το πέλαγος με την άηχη κραυγή,
πίσω από τα φονικά βράχια,
που μας γνέφουν καλό κατευόδιο.
Μικρές, νιόλουστες νύμφες οι ψυχές μας.
Του πουνέντε τα σακατεμένα δάκτυλα
παίζουν του κόσμου τη λύρα,
σ’ ανεξερεύνητους μαιάνδρους του χρόνου.


Ο κήπος με τις αγριοφραγκοσυκιές
ήταν το τελευταίο γνώριμο τοπίο που είδαμε,
το πρασινογάλαζο, απέραντο νερό
ήταν ο τελευταίος φίλος, που μας γνώρισε.
Τα πανιά μας χοντρά και μπαλωμένα,
οι καρδιές μας σκληρές, για ν’ αντιπαλέψουν
με τους σκοτεινούς κάβους.


Στην κουπαστή όλοι μας,
κωπηλάτες του απέραντου,
τα βαριά κουπιά βυθίζουμε,
στο χρυσάφι της χαραυγής,
στο ασήμι στης νύχτας,
στον αιμάτινο ωκεανό των ψυχών μας.
Και στο τιμόνι,
τιμονιέρης και καπετάνιος,
η φλόγα μας.

1 σχόλιο:

  1. Ο Κύριος πλοίαρχος δε με σώας τα φρένας
    και τις μηχανές ΤΟΔΑ Α ΦΟΡΣΑ
    κροταλίζει στη βαρδιόλα,
    αφοδεύει στη χούφτα του
    και το ΡΕΥΚΙΑΒΙΚ αναζητάει
    στο Αιγαίο .

    ΑπάντησηΔιαγραφή